Κάρολος

I
(Charles). Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
1. Κ. Α’. Βλ. λ. Καρλομάγνος.
2. Κ. Β’, ο Φαλακρός (Φρανκφούρτη 823 – Μπριντ-λε-Μπεν, Σαβοΐα 877). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (875-877). Ήταν υστερότοκος γιος του Λουδοβίκου του Ευσεβούς και της δεύτερης συζύγου του, Ιουδίθ της Βαυαρίας. Συμμάχησε με τον αδελφό του, Λουδοβίκο, εναντίον του Λοθάριου, τον οποίο νίκησε στο Φοντενουά-αν· Πιιζέ (841). Με τη συνθήκη του Βερντέν (843) εξασφάλισε την εξουσία του στη Γαλλία ως βασιλιάς της χώρας, την οποία διεύρυνε αργότερα με τη συνθήκη του Μέρσεν (870). Μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου Β’ (875) στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα Ιωάννη Η’ και βασιλιάς της Ιταλίας το επόμενο έτος στην Παβία. Η ασυγκράτητη επέκταση του φεουδαρχικού συστήματος έβαλε τη σφραγίδα της στην αυτοκρατορία του Κ. Β’ και το περίφημο διάταγμα του Κιερσί (877) οριστικοποίησε τη μορφή της κοινωνικής του διάρθρωσης.
3. Κ. Γ’, ο Παχύς (839 – Νάιντινγκεν 888). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (881-887). Γιος του Λουδοβίκου του Γερμανικού, βασιλιάς της Γερμανίας από το 876, στέφθηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη το 881 και έγινε βασιλιάς της Γαλλίας το 884. Αρχικά φάνηκε ότι είχε επιτευχθεί η ανασυγκρότηση της παλιάς καρολίγγειας αυτοκρατορίας, ωστόσο ο Κ. Γ’ αποδείχθηκε ανίκανος να την υπερασπίσει από τις πολυάριθμες εισβολές των Νορμανδών στη Γερμανία και στη Γαλλία, οι οποίοι έφτασαν να πολιορκήσουν το Παρίσι (885). Γι’ αυτό τον λόγο, οι φεουδάρχες, αγανακτισμένοι από τη στάση του, τον καθαίρεσαν στη Δίαιτα του Τριμπούρ (887).
4. Κ. Δ’ του Λουξεμβούργου (Πράγα 1316 – 1378). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1355-78). Ήταν γιος του Ιωάννη, κόμη του Λουξεμβούργου, και της Ελισάβετ, αδελφής του Βεντσεσλάου Γ’. Υπήρξε αυτοκρατορικός τοποτηρητής στην Ιταλία (1331) και στη Βοημία, στέφθηκε βασιλιάς της Βοημίας και της Γερμανίας από το 1346 και αυτοκράτορας της Ρώμης το 1355. Με επιδέξιες διπλωματικές ενέργειες προσέθεσε στις κληρονομικές κτήσεις της Βοημίας τη Σιλεσία, τη Λουσατία, το Βρανδεμβούργο και τμήμα του Μεκλεμβούργου. Εκείνος εξέδωσε το διάταγμα, γνωστό ως Χρυσή Βούλα (1356), το οποίο αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον καταστατικό χάρτη της αυτοκρατορίας.
5. Κ. Ε’ (Γάνδη 1500 – Σαν Χερόνιμο ντε Γιούστε 1558). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1519-56). Γιος του αρχιδούκα της Αυστρίας Φιλίππου του Ωραίου (και ανιψιός του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α’ των Αψβούργων) και της Ιωάννας της Τρελής (κόρης του Φερδινάνδου της Αραγονίας και της Ισαβέλλας της Καστίλης). Έπειτα από σειρά περιπετειών που έπληξαν την οικογένειά του κληρονόμησε τις αχανείς κτήσεις της, που τον κατέστησαν μεν τον ισχυρότερο ηγεμόνα της εποχής του, αλλά επέσυραν εναντίον του την εχθρότητα άλλων ηγεμόνων και κυρίως του βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκου Α’, ο οποίος βρέθηκε εγκλωβισμένος και απειλούμενος από τις κτήσεις του Κ. Ε’. Μόλις ενηλικιώθηκε (1515) ανέλαβε την κληρονομιά που του άφησε ο πατέρας του (δηλαδή το Αρτουά, τη Βραβάντη, τη Φλάνδρα, το Ενό, το Ναμίρ και τη Ζέελαντ). Τον επόμενο χρόνο, όταν πέθανε ο Φερδινάνδος ο Καθολικός, προσέθεσε στις κτήσεις του την Αραγονία και την Καστίλη, τη Σαρδηνία, τη Σικελία, τη Νάπολη και τις κτήσεις του Νέου Κόσμου. Τέλος, με τον θάνατο του Μαξιμιλιανού (1519), αφού προσάρτησε στην περιουσία του τις κληρονομικές κτήσεις του οίκου των Αψβούργων, στέφθηκε αυτοκράτορας. Ο Φραγκίσκος Α’, επειδή αντιλήφθηκε ότι είχε κυκλωθεί από παντού, διεξήγαγε μια σειρά πολέμων οι οποίοι, αιματοκυλώντας σχεδόν όλη τη δυτική Ευρώπη, διήρκεσαν από το 1521 έως το 1544 (συνθήκη του Κρεπί) και συνεχίστηκαν αργότερα επί της βασιλείας του γιου του, Ερρίκου Β’, μέχρι την ειρήνη του Κατό-Καμπρεζί. Οι πόλεμοι αυτοί διεξήχθησαν στην πρώτη τους φάση (1521-29) σε όλες τις κτήσεις των δύο μοναρχών. Ωστόσο στην Ιταλία υπήρξε μια ολιγόχρονη διακοπή με τη σύλληψη του ίδιου του Φραγκίσκου Α’ στη μάχη της Παβίας (1525) και τη συνθήκη της Μαδρίτης (1526). Συνεχίστηκε αργότερα με τη σύναψη της συμμαχίας του Κονιάκ (1526), κατά την οποία συνασπίστηκαν ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο βασιλιάς της Αγγλίας, ο πάπας Κλήμης Ζ’ και πολλοί Ιταλοί ηγεμόνες εναντίον του Κ. Ε’. Τελείωσε έπειτα από την τρομερή επιδρομή των Λασκενέ στη Ρώμη (1527) και τη μάχη του Λαντριάνο (1529) με πλήρη επικράτηση του αυτοκράτορα (συνθήκες της Βαρκελώνης και του Καμπρέ). Στη σύντομη περίοδο ειρήνης που ακολούθησε, ο Κ. Ε’ συμφιλιώθηκε με τον πάπα Κλήμη Ζ’, επέβαλε την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία του στην Ιταλία, αποκατέστησε την εξουσία των Μεδίκων στη Φλωρεντία και το 1530 στέφθηκε βασιλιάς της Ιταλίας και αυτοκράτορας από τον πάπα στην Μπολόνια. Ωστόσο στα άλλα μέτωπα της αυτοκρατορίας του δεν είχε την ίδια τύχη, καθώς οι λουθηρανοί, που είχαν καταδικαστεί στη Βορμς το 1521 και είχαν γίνει ανεκτοί με τη Δίαιτα της Σπείρας (1526), γίνονταν όλο και περισσότερο επικίνδυνοι (1530, Δίαιτα της Αυγούστας και Σμαλκαλδικός σύνδεσμος), ενώ από την άλλη οι Τούρκοι, που είχαν εισβάλει στην Ουγγαρία και στην Αυστρία (1529), υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς της δυτικής Μεσογείου. Αλλά ενώ ο τελευταίος κίνδυνος απομακρύνθηκε προσωρινά με την κατάληψη της Τυνησίας (1535), ξέσπασε η δεύτερη φάση της διαμάχης ανάμεσα στους δύο βασιλείς (1534-44). Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου, που διεκόπη προσωρινά με την ανακωχή της Νίκαιας (1538-42), υπεγράφη η συμμαχία της Γαλλίας με τους Τούρκους του Σουλεϊμάν και, μολονότι ο πόλεμος τελείωσε με νίκη του Κ. Ε’ (ειρήνη του Κρεπί, 1544), προκάλεσε τα πρώτα ρήγματα στο επιβλητικό αυτοκρατορικό οικοδόμημα. Όταν αργότερα πέθανε ο Φραγκίσκος Α’ (1547) και άρχισε η σύνοδος του Τριδέντου, ο αυτοκράτορας πίστεψε πως έφτασε η στιγμή για να λύσει οριστικά το πρόβλημα των Διαμαρτυρομένων. Εντούτοις εκείνοι, αν και είχαν ηττηθεί στο Μίλμπεργκ (1547) από τον Μαυρίκιο της Σαξονίας, κατόρθωσαν να ενωθούν και σε συμμαχία με τον Ερρίκο Β’, διάδοχο του Φραγκίσκου Α’, προέβαλαν ισχυρότατη αντίσταση, ενώ ο βασιλιάς της Γαλλίας, εγκαινιάζοντας την έναρξη της τρίτης φάσης του μακρού αγώνα (1552-56), εξαπέλυσε νέα επίθεση εναντίον της Γερμανίας, δημιουργώντας έτσι σοβαρό κίνδυνο, έστω και παροδικά, για τις δυνάμεις του Κ. Ε’. Ο τελευταίος, πιστεύοντας ότι κύρια αιτία των συγκρούσεων ήταν η ανεξέλεγκτη επέκταση της αυτοκρατορίας του, αναγνώρισε το προτεσταντικό δόγμα (ειρήνη της Αυγούστας, 1555), σύναψε ανακωχή με τον Ερρίκο (Βοσέλ, 1556) και αφού μοίρασε τις κτήσεις του σε δύο μεγάλα τμήματα (την αυτοκρατορία και τις κτήσεις των Αψβούργων στον αδελφό του, Φερδινάνδο, την Ισπανία και τις ιταλικές και φλαμανδικές κτήσεις στον γιο του, Φίλιππο), αποσύρθηκε στα μεγαλοπρεπή ανάκτορά του κοντά στο ιστορικό μοναστήρι του Σαν Γιούστε (1556) μέχρι τον θάνατό του.
6. Κ. ΣΤ’ (Βιέννη 1685 – 1740). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1711-40). Ήταν ο πέμπτος γιος του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α’ και αδελφός του αυτοκράτορα Ιωσήφ. Αρχικά υπήρξε αρχιδούκας της Αυστρίας και βασιλιάς της Ουγγαρίας (1712-40). Είχε οριστεί διάδοχος του Καρόλου Β’ της Ισπανίας, αλλά επειδή εκτοπίστηκε από τον Φίλιππο της Ανδηγαυίας (Ανζού) διεξήγαγε μακροχρόνιο πόλεμο (1701-14) εναντίον του για την ισπανική διαδοχή, γεγονός το οποίο τον κατέστησε ηγεμόνα (ειρήνη της Ράστατ, 1714) του Μιλάνου, της Νάπολης, της Σαρδηνίας και της Φλάνδρας. Στέφθηκε αυτοκράτορας έπειτα από τον θάνατο του Ιωσήφ Α’ και αντιμετώπισε σθεναρά τους Τούρκους (συνθήκη του Πασάροβιτς, 1718· συνθήκη του Βελιγραδίου, 1739). Επειδή δεν είχε αποκτήσει γιους και προκειμένου να διευκολύνει την κόρη του, Μαρία Θηρεσία, να κληρονομήσει τις κτήσεις των Αψβούργων, κοινοποίησε την πραγματική κύρωση (1713), η οποία καταργούσε τον σαλικό νόμο που όριζε την κληρονομική διαδοχή μόνο κατ’ αρρενογονία. Το διάταγμα αυτό έγινε αιτία του πολέμου της αυστριακής διαδοχής (1740-48).
7. Κ. Ζ’ (Βρυξέλλες 1697 – Μόναχο 1745). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1742-45). Ήταν γιος του Μαξιμιλιανού Εμμανουήλ και εκλέκτορας της Βαυαρίας. Αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη Μαρία Θηρεσία ως αυτοκράτειρα και κήρυξε πόλεμο εναντίον της με τη συμμαχία άλλων κρατών. Έγινε βασιλιάς της Βοημίας το 1741 και αυτοκράτορας το 1742, αλλά τα ουγγρικά και κροατικά στρατεύματα εισέβαλαν στη χώρα του· πέθανε λίγο μετά την ανάκτηση της Βαυαρίας.
Ο αυτοκράτορας Κάρολος E’, o οποίος υπήρξε ένας από τους ισχυρότερους μονάρχες της Ευρώπης, σε πίνακα του Τιτσιάνο (Μουσείο Πράντο, Μαδρίτη).
Ο Κάρολος ο Φαλακρός, δεύτερος αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε μικρογραφία στη «Βίβλο του Καρόλου του Φαλακρού» (Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού).
II
(Charles). Όνομα δύο βασιλιάδων της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας.
1. Κ. Α’ (Ντάμφερλαϊν, Σκοτία 1600 – Λονδίνο 1649). Βασιλιάς της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας (1625-49). Ήταν γιος του Ιακώβου Α’ και γαμπρός του Ερρίκου Δ’ της Γαλλίας. Συγκρούστηκε πολλές φορές με το κοινοβούλιο, το οποίο διέλυσε τρεις φορές από το 1625 έως το 1629. Λόγω επιτακτικών οικονομικών αναγκών υποχρεώθηκε να δεχτεί την αίτηση δικαιωμάτων που ανέκοπτε ορισμένες από τις αυθαιρεσίες της απολυταρχικής διακυβέρνησης, την οποία τήρησε τυπικά, αλλά στην πραγματικότητα εξακολούθησε να κυβερνά αυταρχικά χωρίς να συγκαλέσει το κοινοβούλιο για έντεκα ολόκληρα χρόνια. Όταν ξέσπασε η επανάσταση στη Σκοτία (1637), αναγκάστηκε να συγκαλέσει το κοινοβούλιο, το οποίο όμως διέλυσε γρήγορα, γιατί αρνήθηκε να τον βοηθήσει πριν πάρει τις απαραίτητες εγγυήσεις (βραχύ κοινοβούλιο: Απρίλιος-Μάιος 1640). Επειδή όμως η σκοτσέζικη επανάσταση συνεχιζόταν και ο Κ. Α’ είχε απόλυτη ανάγκη από χρήματα, συγκάλεσε πάλι το κοινοβούλιο (μακρό κοινοβούλιο: 1640-53), το οποίο –έχοντας την πείρα του παρελθόντος– επαναστάτησε εναντίον του βασιλιά, κηρύχθηκε ανώτερο από το στέμμα και τη Βουλή των Λόρδων και τελικά οργάνωσε δικό του στρατό για την άμυνά του. Τότε ο βασιλιάς προσπάθησε να συλλάβει τους ηγέτες της επανάστασης (1642), αλλά απέτυχε και αναγκάστηκε να φύγει, ενώ η χώρα είχε παραδοθεί στις φλόγες του εμφύλιου πολέμου. Μετά την ήττα του στο Μάρστον-Μουρ (1644) και στο Νέισμπι (1645) από τον επαναστατικό στρατό που διοικούσε ο Κρόμγουελ, συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Σκοτσέζους, παραδόθηκε στους Άγγλους, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε.
2. Κ. Β’ (Λονδίνο 1630 – 1685). Βασιλιάς της Αγγλίας, της Σκοτίας και της Ιρλανδίας (1660-85). Γιος του προηγούμενου, ο οποίος κατέφυγε στη Γαλλία μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του. Στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας έπειτα από τον θάνατο του Κρόμγουελ με την υποστήριξη του Σκοτσέζου στρατηγού Τζορτζ Μονκ (1660). Ανίκανος να συλλάβει τη σημασία των γεγονότων που είχαν διαδραματιστεί κατά τη νεανική του ηλικία, πίστεψε ότι θα μπορούσε να επιβληθεί με απολυταρχική πολιτική και προκάλεσε νέα σύγκρουση μεταξύ μοναρχίας και λαού.
Ο Κάρολος A’ της Αγγλίας, ο πρώτος βασιλιάς που εκθρονίστηκε και θανατώθηκε ύστερα από κανονική δίκη, σε πίνακα του Βαν Ντάικ (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι).
Ο Κάρολος Β’ της Αγγλίας.
III
(Charles). Όνομα δέκα βασιλιάδων της Γαλλίας.
1. Κ. Α’. Βλ. λ. Καρλομάγνος.
2. Κ. Β’, ο Φαλακρός. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (2.).
3. Κ. Γ’, ο Απλός (879 – Περόν 929). Βασιλιάς της Γαλλίας (893-922). Ήταν γιος του Λουδοβίκου Β’ του Τραυλού, αλλά τα δικαιώματά του επί του θρόνου αμφισβητήθηκαν από τους Φράγκους φεουδάρχες, που προτίμησαν πρώτα τον Κάρολο τον Παχύ (884) και κατόπιν τον Εύδωνα (888). Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Εύδωνα (898) ο τίτλος του αναγνωρίστηκε και κατόρθωσε να μείνει μόνος κύριος του βασιλείου, το οποίο όμως δεν άργησε να ταραχτεί από νέες εσωτερικές συγκρούσεις λόγω της αδυναμίας του Κ. Γ’ να αντιμετωπίσει τους Νορμανδούς.
4. Κ. Δ’, ο Ωραίος (Κλερμόν 1294 – Βενσέν 1328). Βασιλιάς της Γαλλίας (1322-28). Ήταν γιος του Φιλίππου Δ’ του Ωραίου και διάδοχος του αδελφού του, Φιλίππου Ε’. Συνέχισε τον αγώνα εναντίον των φεουδαρχών, που είχε ξεκινήσει από τους προκατόχους του, και παράλληλα άσκησε δραστήρια εξωτερική πολιτική, αποβλέποντας στην επέκταση της επιρροής του στην Αγγλία και στη Γερμανία.
5. Κ. Ε’, ο Σοφός (Βενσέν 1338 – Μποντέ-σιρ-Μαρν 1380). Βασιλιάς της Γαλλίας (1364-80). Ήταν γιος του Ιωάννη Β’ του Αγαθού. Ανέλαβε με επιτυχία την αντιβασιλεία όσο ο πατέρας του ήταν αιχμάλωτος των Άγγλων, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο (1356-60) εξαιτίας των ταραχών της Ζακερί, της κακής κατάστασης των οικονομικών και των επικίνδυνων επαναστατικών ζυμώσεων στα γενικά συμβούλια. Δραστήριος, ακούραστος και μεθοδικός, μόλις στέφθηκε βασιλιάς ενίσχυσε αμέσως τον πόλεμο εναντίον των Άγγλων (1369), κατορθώνοντας να τους περιορίσει σε λίγα παράκτια
φρούρια. Επί της βασιλείας του σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη των τεχνών. Ο Κ. Ε’ κατασκεύασε και ανοικοδόμησε μεγάλα μνημεία, όπως το Λούβρο, το παρεκκλήσι των Βενσέν, το μέγαρο Σεν Πολ κ.ά. Έθεσε υπό την προστασία του τους συγγραφείς και τους λόγιους, ενώ η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών της χώρας επέτρεψε την ανάπτυξη της εμπορικής και βιομηχανικής αστικής τάξης. Κληροδότησε στον γιο του το βασίλειο σε κατάσταση ειρήνης και οικονομικής ευημερίας, δικαιώνοντας την προσωνυμία με την οποία έμεινε γνωστός στην ιστορία.
6. Κ. ΣΤ’, ο Τρελός ή ο Πολυφίλητος (Παρίσι 1368 – 1422). Βασιλιάς της Γαλλίας (1380-1422). Ήταν γιος και διάδοχος του Κ. Ε’, αλλά δεν ανέλαβε ουσιαστικά ποτέ τη διακυβέρνηση της χώρας. Μετά την άνοδό του στον θρόνο διετέλεσε υπό κηδεμονία έως την ενηλικίωσή του (1388) και κατόπιν, έπειτα από μια σύντομη περίοδο βασιλείας, προσβλήθηκε από παραφροσύνη (1392). Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, στη χώρα επικράτησε αναρχία. Ο Ερρίκος Δ’ της Αγγλίας επωφελήθηκε από τη συνεργασία του Ιωάννη του Άφοβου, δούκα της Βουργουνδίας, και εισέβαλε στη Νορμανδία (μάχη του Αζενκούρ, 1415). Με τη συνθήκη του Τρουά (1420) φαινόταν ότι η Γαλλία θα περιερχόταν στο αγγλικό στέμμα, καθώς ο Ερρίκος Ε’ θα έπαιρνε σύζυγο την κόρη του Κ. ΣΤ’, Κατερίνα. Ο απρόοπτος όμως θάνατος του Ερρίκου Ε’, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο του Κ. ΣΤ’, ανέτρεψε την κατάσταση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της Γαλλίας και την τελική ήττα των Άγγλων.
7. Κ. Ζ’, ο Νικηφόρος (Παρίσι 1403 – Μεΐν-σιρ-Ιέβρ 1461). Βασιλιάς της Γαλλίας (1422-61). Έκτος γιος και διάδοχος του Κ. ΣΤ’, ανέβηκε στον θρόνο, ενώ ο Ερρίκος ΣΤ’ ήταν συγχρόνως βασιλιάς της Γαλλίας και της Αγγλίας και οι Άγγλοι είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους σε μεγάλο μέρος της χώρας. Αναγνωρίστηκε και στέφθηκε βασιλιάς στο Πουατιέ με την υποστήριξη των Αρμανιάκ. Μολονότι ήταν αναποφάσιστος, είχε ελάχιστες οικονομικές δυνατότητες, ο στρατός του ήταν αδύνατος και οι σύμμαχοί του ήταν λίγοι και αμφίβολοι, είχε με το μέρος του τα γενικά συμβούλια και τα κατώτερα στρώματα του λαού, που του προσέφεραν πρόθυμα τα λιγοστά χρήματά τους και πολέμησαν με σθένος εναντίον των εισβολέων. Εντούτοις, αρχικά δεν έπαιξε ενεργό ρόλο ούτε στην αντίσταση που οργάνωσε η Ζαν ντ’ Αρκ (λύση της πολιορκίας της Ορλεάνης και στέψη του βασιλιά στη Ρενς, 1429) ούτε στους μετέπειτα αγώνες των άλλων στρατιωτικών ηγετών. Εισέβαλε με το στράτευμά του στο Παρίσι το 1437, αλλά μόνο μετά το 1440 η προσωπική του δράση παρουσιάστηκε πιο δραστήρια. Αφού αναδιοργάνωσε τον στρατό του, το 1449 επανέλαβε τον πόλεμο εναντίον των Άγγλων (είχε διακοπεί με την ανακωχή του 1444) και μέσα σε έναν χρόνο κατόρθωσε να ανακτήσει τη Νορμανδία (1450) και κατόπιν το Μπορντό (1453) και την Ακουιτανία, παραχωρώντας στους Άγγλους μόνο το Καλέ.
8. Κ. Η’ (Αμπουάζ 1470 – 1498). Βασιλιάς της Γαλλίας (1483-98). Γιος του Λουδοβίκου ΙΑ’ και της Καρλότας της Σαβοΐας, έγινε βασιλιάς το 1483, αλλά βρισκόταν υπό την κηδεμονία της αδελφής του, Άννας (που άλλωστε κυβέρνησε με διορατικότητα και μεγάλη αμεροληψία) έως το 1490. Διέθετε φαντασία και παράλληλα ήταν ικανός στους επιδέξιους πολιτικούς υπολογισμούς (το απέδειξε ο γάμος του με την Άννα της Βρετάνης το 1491, με τον οποίο του δόθηκε ως προίκα το δουκάτο της Βρετάνης, που ενώθηκε έτσι με τη Γαλλία). Επίσης θέλησε να κάνει χρήση των δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει το γαλλικό στέμμα επί του βασιλείου της Νάπολης, καθώς ο Λουδοβίκος ΙΑ’ είχε κληρονομήσει τον δούκα Ρενέ τον Αγαθό της Ανδηγαυίας (1480). Περισσότερο μεγαλόπνοα ήταν τα σχέδιά του να καταλάβει τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, στηρίζοντας τα δικαιώματά του στους τίτλους που είχε αγοράσει από τον Ανδρέα Παλαιολόγο, ανιψιό του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου. Για την πραγματοποίηση του τελευταίου σχεδίου του ήρθε σε συνεννόηση με Έλληνες μέσω του αρχιεπισκόπου του Δυρραχίου, Κωνσταντίνου Αριανίτη, και άλλων προυχόντων. Έτσι, οργάνωσε αποθήκες όπλων στο Δυρράχιο και έστειλε πράκτορες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το προγραμματισμένο σχέδιο, ο Κ. Η’ θα ξεκινούσε από το Οτράντο της νότιας Ιταλίας και θα αποβιβαζόταν στον Αυλώνα, απ’ όπου θα βάδιζε για να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Πλήθη Ελλήνων από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία αλλά και Αλβανών και Σλάβων κατευθύνονταν προς τον Αυλώνα για να ενωθούν με τον γαλλικό στρατό μετά την αποβίβασή του. Ο ίδιος ο σουλτάνος Βαγιαζήτ είχε τρομοκρατηθεί τόσο ώστε σχεδίαζε να καταφύγει στην Ασία. Ωστόσο, αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, γιατί τα πράγματα στην Ιταλία είχαν πάρει στο μεταξύ δυσάρεστη τροπή για τον Κ. Η’. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από τον θάνατο του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς (1492) πήγε στην Ιταλία το 1494 και με τη συνεργασία ή την ευμενή ουδετερότητα πολλών Ιταλών αρχόντων πήρε χωρίς μάχη τη Νάπολη από τους Αραγονίους (1495). Όμως η επιτυχία του δεν διήρκεσε πολύ, γιατί συμμάχησαν εναντίον του η Βενετία, ο πάπας Αλέξανδρος ΣΤ’ και ο Λουντοβίκο Μόρο, που είχαν ανησυχήσει από την απειλητική αύξηση της δύναμής του και επιχείρησαν ανεπιτυχώς στο Φορνόβο (1495) να εμποδίσουν τη βιαστική υποχώρησή του. Στο μεταξύ είχε ήδη εισβάλει στη Νάπολη ο Φερδινάνδος Β’.
9. Κ. Θ’ (Σεν-Ζερμέν-αν-Λε 1550 – Βενσέν 1574). Βασιλιάς της Γαλλίας (1560-74). Τριτότοκος γιος του Ερρίκου Β’ και της Αικατερίνης των Μεδίκων, ανέβηκε στον θρόνο μετά τον θάνατο του μεγάλου αδελφού του, Φραγκίσκου Β’. Αν και τυπικά ενηλικιώθηκε το 1563, ουσιαστικά παρέμεινε πάντα υπό την επιρροή της μητέρας του, που προσπαθούσε συνεχώς να ελίσσεται ανάμεσα στις αντίζηλες φατρίες των Βουρβόνων και των Γκιζ. Με την ανίσχυρη διακυβέρνησή του οξύνθηκαν οι θρησκευτικές αντιθέσεις, με αποκορύφωμα τη φρικαλέα σφαγή της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου (24 Αυγούστου 1572), κατά την οποία θανατώθηκαν με βάρβαρο τρόπο οι ουγενότοι ευγενείς που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι για τον γάμο του Ερρίκου της Ναβάρα με τη Μαργαρίτα του Βαλουά, αδελφή του βασιλιά.
10. Κ. Ι’ (Βερσαλίες 1757 – Γκορίτσια 1836). Βασιλιάς της Γαλλίας (1824-30). Τέταρτος γιος του δελφίνου Λουδοβίκου (γιου του Λουδοβίκου IE’), ανέβηκε στον θρόνο ως διάδοχος του αδελφού του, Λουδοβίκου IH’. Έχοντας απολυταρχικές τάσεις (ήταν από τους σκληρότερους υποκινητές των διώξεων που ακολούθησαν την πτώση της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας), εφάρμοσε αντιλαϊκή εσωτερική πολιτική, η οποία προκάλεσε την επανάσταση του Ιουλίου του 1830, που είχε συνέπεια την παραίτησή του. Ξεκίνησε τις προσπάθειες για την κατάκτηση της Αλγερίας, η οποία συμπληρώθηκε επί της βασιλείας του διαδόχου του, Λουδοβίκου Φιλίππου.
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Ι’ (Μουσείο Βερσαλιών).
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Η’ (Μουσείο Κοντέ, Σαντιγί).
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Θ’.
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος ΣΤ’, γνωστός και ως Κάρολος ο Τρελός.
Ο Κάρολος Ε’ ο Σοφός, βασιλιάς της Γαλλίας, σε έργο άγνωστου καλλιτέχνη.
IV
(Carlos). Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Ισπανίας.
1. Κ. Α’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (5.).
2. Κ. Β’, ο Τρελός (Μαδρίτη 1661 – 1700). Βασιλιάς της Ισπανίας (1665-1700). Γιος και διάδοχος του Φιλίππου Δ’, ανέβηκε στον θρόνο της Ισπανίας και της Νάπολης σε ηλικία μόλις 4 ετών και έμεινε υπό την αντιβασιλεία της Μαριάννας της Αυστρίας έως το 1675. Είχε ασθενική κράση, δεν κυβέρνησε ποτέ ο ίδιος τη χώρα του και μετέθετε όλες τις φροντίδες στους υπουργούς του, οι οποίοι με την πολιτική τους οδηγούσαν το βασίλειο σε αποσύνθεση. Καθώς δεν απέκτησε γιους για να τον διαδεχθούν στον θρόνο, όρισε πρώτα ως διάδοχό του (1698) έναν γιο του εκλέκτορα της Βαυαρίας και έπειτα, όταν εκείνος πέθανε, τον Φίλιππο, δούκα της Ανδηγαυίας (Ανζού) (1700). Η εκλογή αυτή, που δεν εγκρίθηκε από τον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α’, έγινε αιτία του πρώτου πολέμου για τη διαδοχή του ισπανικού θρόνου.
3. Κ. Γ’ (Μαδρίτη 1716 – 1788). Βασιλιάς της Ισπανίας (1759-88). Ήταν γιος του Φιλίππου Ε’ και της Ισαβέλλας Φαρνέζε, δούκας της Πάρμα (1731) και βασιλιάς της Νάπολης και της Σικελίας (1734). Μετά τον θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του, Φερδινάνδου ΣΤ’, αναγορεύθηκε βασιλιάς της Ισπανίας και παραχώρησε τον θρόνο της Νάπολης στον γιο του, Φερδινάνδο Δ’ (1759). Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, με τη συνεργασία ικανών υπουργών η χώρα έφτασε και πάλι σε μεγάλη ακμή· αναδιοργανώθηκαν ο στρατός, η εκπαίδευση και η εκκλησιαστική νομοθεσία, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν το εμπόριο και οι βιομηχανίες.
4. Κ. Δ’ (Νάπολη 1748 – Ρώμη 1819). Βασιλιάς της Ισπανίας (1788-1808). Γιος και διάδοχος του προηγούμενου, παντρεύτηκε την εξαδέλφη του, Μαρία Λουίζα, υπό την επιρροή της οποίας παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Έπειτα από μια περίοδο καλής διοίκησης, που οφειλόταν σε καλούς και ικανούς υπουργούς, βρέθηκε στην επιρροή του Μανουέλ Γκοντού (ευνοούμενου της βασίλισσας), γεγονός που προκάλεσε μεγάλες διχόνοιες στην Αυλή. Όταν ξέσπασε μια εξέγερση (1808) με την υποκίνηση του γιου του, Φερδινάνδου (ο οποίος ήδη τον προηγούμενο χρόνο είχε οργανώσει μια άλλη συνωμοσία), ο βασιλιάς αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του, ενώ ο Ναπολέων, επωφελούμενος της κατάστασης, κατέλαβε την Ισπανία και οικειοποιήθηκε έτσι τα δικαιώματα στον θρόνο, όπου εγκατέστησε τον αδελφό του, Ιωσήφ.
Ο βασιλιάς Κάρολος Β’ της Ισπανίας.
Ο Κάρολος Γ’ της Ισπανίας, σε έργο άγνωστου ζωγράφου (Μουσείο Καποντιμόντε, Νάπολη).
«Η οικογένεια του Καρόλου Δ’ της Ισπανίας», πορτρέτο «ανελέητο», όπως χαρακτηρίστηκε, του Γκόγια (1800) (Μουσείο Πράντο, Μαδρίτη).
V
(Carlo). Όνομα επτά βασιλιάδων της Νάπολης (και της Σικελίας).
1. Κ. Α’, ο Ανδηγαυικός (1226 – 1285). Βασιλιάς της Νάπολης και της Σικελίας (1266-85). Μετά τον γάμο του με τη Βεατρίκη, κόρη του κόμη της Προβηγκίας Ραϊμόνδου Βερανζέρου Δ’, έγινε κόμης της Προβηγκίας και των περιοχών της Ανδηγαυίας (Ανζού) και της Μένης, που του παραχώρησε ο αδελφός του, βασιλιάς Λουδοβίκος Θ’. Πήρε μέρος στη Σταυροφορία του 1248, στην οποία διακρίθηκε για τη γενναιότητά του. Μετά την επιστροφή του κατάφερε να εδραιώσει την εξουσία του στην Προβηγκία, οι κάτοικοι της οποίας είχαν αντιταχθεί στη φορολογική του πολιτική. Προσπάθησε να επωφεληθεί από την εσωτερική αναστάτωση των κρατών της Νάπολης και της Σικελίας και τελικά κατάφερε –εκστρατεύοντας εναντίον τους, με τη συγκατάθεση του πάπα και τη βοήθεια της Γαλλίας– να στεφθεί βασιλιάς των δύο Σικελιών και να εισέλθει θριαμβευτής στη Νάπολη το 1266. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1272, δέχτηκε το στέμμα που του προσέφεραν οι Αλβανοί και αγόρασε τα δικαιώματα της Μαρίας της Αντιοχείας στον θρόνο της Ιερουσαλήμ, φιλοδοξώντας να στραφεί τελικά εναντίον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τα σχέδιά του όμως ματαιώθηκαν από την εξέγερση των Σικελών και από τον πόλεμο με τον βασιλιά Πέτρο της Αραγονίας, εναντίον του οποίου έστρεψε και τη Γαλλία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κ. Α’ αντίκρισε την κατάρρευση της ισχύος του μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου του από τον Ρογήρο Λόρια της Αραγονίας και την αποδέσμευση της Σικελίας από την εξουσία του.
2. Κ. Β’, ο Ανδηγαυικός ή ο Χωλός (Νάπολη 1254 – 1309). Βασιλιάς της Νάπολης (1285-1309). Ήταν γιος του προηγούμενου. Διετέλεσε αρχηγός του στόλου του πατέρα του, που καταστράφηκε από τον Ρογήρο Λόρια. Ως αιχμάλωτος του τελευταίου οδηγήθηκε στη Σικελία, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο από το παρλαμέντο (βουλή). Σώθηκε όμως με παρέμβαση της βασίλισσας Κωνσταντίας της Αραγονίας και μόλις το 1295, δηλαδή δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, απέκτησε πάλι την ελευθερία του και ανέλαβε τη διοίκηση του κράτους του, σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης που είχαν συνάψει η Αραγονία, η Νάπολη και η Γαλλία, υπό την αιγίδα του πάπα. Στη διάρκεια της βασιλείας του προσπάθησε να κάμψει την αντίσταση των Σικελών και να εξασφαλίσει τις κτήσεις του στην Ελλάδα από τις διεκδικήσεις του Φιλίππου της Σαβοΐας, κόμη του Πεδεμόντιου. Επίσης ο Κ. Β’ μαζί με τον πάπα Κλήμη Ε’ σχεδίαζε, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, την προετοιμασία και την οργάνωση Σταυροφορίας εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Γι’ αυτό τον λόγο έσπευσε να υποστηρίξει τις αξιώσεις του Καρόλου Βαλουά, συζύγου της κληρονόμου των Λατίνων αυτοκρατόρων Αικατερίνης ντε Κουρτενέ, ο θάνατος της οποίας προκάλεσε τελικά τη ματαίωση της μεγαλεπήβολης αυτής Σταυροφορίας.
3. Κ. Γ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα βασιλιάδων της Ουγγαρίας (2.).
4. Κ. Δ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (5.).
5. Κ. Ε’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Ισπανίας (2.).
6. Κ. ΣΤ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (6.).
7. Κ. Ζ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Ισπανίας (3.).
VI
(Kάroly). Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Ουγγαρίας.
1. Κ. Α’, Ροβέρτος ο Ανδηγαυικός (Νάπολη 1288 – Βίζεγκραντ, Ουγγαρία 1342). Βασιλιάς της Ουγγαρίας (1301-42). Ήταν γιος του πρίγκιπα Καρόλου Μαρτέλου και ανέβηκε στον θρόνο της Ουγγαρίας το 1301, μετά τον θάνατο του Ανδρέα Γ’, παρά τις αντιδράσεις του ηγεμόνα της Βοημίας Βάσκλαβ και του Όθωνα της Βαυαρίας. Στη διάρκεια της βασιλείας του κατέκτησε την Τρανσυλβανία, περιόρισε τη δύναμη των ευγενών και γενικά έλαβε μέτρα που προστάτευαν, έως έναν βαθμό, τον λαό από τις αυθαιρεσίες των φεουδαρχών. Προσπάθησε να καταστήσει τη χώρα του ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη και επιδίωξε να εξασφαλίσει την άνοδο του γιου του, Λουδοβίκου, στον θρόνο της Πολωνίας.
2. Κ. Β’, ο Δυρραχινός (1345 – 1386). Βασιλιάς της Ουγγαρίας (1385-86). Ήταν γιος του Λουδοβίκου της Ανδηγαυίας, κόμη της Γκραβίνας από τον ανδηγαυικό κλάδο της Νάπολης και προστατευόμενος του Λουδοβίκου του Μεγάλου, βασιλιά της Ουγγαρίας. Ύστερα από αίτηση του πάπα Ουρβανού ΣΤ’, εκστράτευσε στην Ιταλία και κυρίευσε το βασίλειο της Νάπολης το 1381. Γρήγορα όμως αναγκάστηκε από τον δούκα της Ανδηγαυίας να εγκαταλείψει τον θρόνο της Νάπολης και να επιστρέψει στην Ουγγαρία, όπου κατόρθωσε, μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου του Μεγάλου, να αναγορευθεί βασιλιάς της Ουγγαρίας, υπερισχύοντας της χήρας και της κόρης του νεκρού βασιλιά. Τελικά όμως οι δύο βασίλισσες με τη βοήθεια του Παλατίνου Γκαρά, που φρόντισε να καλλιεργήσει τη δυσαρέσκεια του λαού εναντίον του Κ. Β’, υποκίνησαν στάση και κατόρθωσαν να τον συλλάβουν. Ο Κ. Β’ οδηγήθηκε στις φυλακές του Βίζεγκραντ, όπου δολοφονήθηκε με δηλητήριο.
3. Κ. Γ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (6.).
4. Κ. Δ’. Βλ. λ. Κάρολος Α’. Αυτοκράτορας της Αυστρίας.
VII
(Carol). Όνομα δύο βασιλιάδων της Ρουμανίας.
1. Κ. Α’ (Ζιγκμαρίνγκεν 1839 – Σινάια 1914). Βασιλιάς της Ρουμανίας (1881-1914). Ήταν δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα Καρόλου Αντωνίου Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν και της Ιωσηφίνας του Μπάντεν. Εξελέγη ηγεμόνας Βλαχίας και Μολδαβίας με δημοψήφισμα το 1866. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποίησε την ένωση των δύο ηγεμονιών σε ενιαίο κράτος με την ονομασία Ρουμανία, ενώ το 1881 ανακηρύχθηκε βασιλιάς.
2. Κ. Β’ (Σινάια 1893 – Εστορίλ, Πορτογαλία 1953). Βασιλιάς της Ρουμανίας (1930-40). Πρωτότοκος γιος του Φερδινάνδου Α’ και της Μαρίας του Σαξ-Κόμπουργκ, παντρεύτηκε την πριγκίπισσα της Ελλάδας, Ελένη (1921), αλλά αργότερα συνδέθηκε με τη Μάγδα Λουπέσκο (1926), δηλώνοντας παραίτηση από τα δικαιώματά του στον θρόνο. Τρία χρόνια όμως μετά τον θάνατο του πατέρα του (1930) ανήλθε στον θρόνο, από τον οποίο υποχρεώθηκε να παραιτηθεί έπειτα από δέκα χρόνια υπέρ του γιου του, Μιχαήλ, όταν, υπό την πίεση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας, η Ρουμανία έχασε αρκετά εδάφη της.
VIII
(Karl). Όνομα 16 βασιλιάδων της Σουηδίας.
Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τους έξι πρώτους βασιλιάδες με αυτό το όνομα θεωρούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους θρύλοι, καθώς δεν βρέθηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις αναφορές του ιστορικού Γιοχάνες Μάγκνους (16ος αι.).
1. Κ. Ζ’ Σβέρκερσον (; – 1167). Βασιλιάς της Σουηδίας (1160-67). Γιος του Σβέρκερ, στέφθηκε βασιλιάς της Σουηδίας το 1160 και προσπάθησε να περιορίσει τη δύναμη του κλήρου. Δολοφονήθηκε από τον Κανούτο, γιο του Ερρίκου Θ’.
2. Κ. Η’ Κνούτσον Μπόντε (1409 – 1470). Βασιλιάς της Σουηδίας (1448-57, 1464-65, 1467-70). Γιος του Κνούτσον Τόρντσον Μπόντε, έγινε βασιλιάς της Σουηδίας και έπειτα της Νορβηγίας (1449). Αρχικά διώχθηκε από τον αρχιεπίσκοπο της Ουψάλα (1457), αλλά ανέκτησε τον θρόνο του το 1464. Έπειτα από έναν χρόνο νικήθηκε πάλι από τον αρχιεπίσκοπο και έμεινε αιχμάλωτός του έως το 1467, οπότε, έπειτα από τον θάνατο του ιεράρχη ανέκτησε οριστικά τον θρόνο.
3. Κ. Θ’, ο Μέγας (Στοκχόλμη 1550 – Νίκεπινγκ 1611). Βασιλιάς της Σουηδίας (1604-11). Υστερότοκος γιος του Γουσταύου Α’ Βάζα, έπειτα από τον θάνατο του Ιωάννη Γ’ (1592) ανακηρύχθηκε αντιβασιλιάς του ανιψιού του, Σιγισμούνδου Γ’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο, όταν η λουθηρανική αριστοκρατία έδιωξε τον Σιγισμούνδο, επειδή προσπάθησε να αντιδράσει στη Μεταρρύθμιση. Συνεχίζοντας τον επεκτατισμό των προκατόχων του, έφτασε μέχρι το Νόβγκοροντ της Ρωσίας.
4. Κ. Ι’ Γουσταύος (Νίκεπινγκ 1622 – Γκέτεμποργκ 1660). Βασιλιάς της Σουηδίας (1654-60). Ανέβηκε στον θρόνο έπειτα από την παραίτηση της εξαδέλφης του, Χριστίνας, και αντιμετώπισε νικηφόρα την επίθεση της Δανίας, της Πολωνίας και του Βρανδεμβούργου, που είχαν συμμαχήσει εναντίον του (πρώτος πόλεμος του Βορρά, 1654-60)· κατόρθωσε μάλιστα να οδηγήσει τα στρατεύματά του μέχρι τα τείχη της Κοπεγχάγης και της Βαρσοβίας (1656).
5. Κ. ΙΑ’ (Στοκχόλμη 1655 – 1697). Βασιλιάς της Σουηδίας (1660-97). Γιος του προηγούμενου, τον οποίο διαδέχθηκε υπό την κηδεμονία της μητέρας του. Όταν ενηλικιώθηκε το 1672, αποφάσισε να αποκαταστήσει τη βασιλική εξουσία, περιορίζοντας τα δικαιώματα της Γερουσίας και της Δίαιτας και διεκδικώντας τα κτήματα του στέμματος, που είχαν περάσει στην αριστοκρατία. Οργάνωσε τα δημόσια οικονομικά, έδωσε ώθηση στη βιομηχανία και στο εμπόριο, αναδιοργάνωσε τον στρατό και κατάργησε τον σαλικό νόμο. Σύμμαχος του Λουδοβίκου ΙΔ’ στον πόλεμο της Ολλανδίας (1672-78), νικήθηκε στο Φέρμπελιν (1675) και έχασε τις γερμανικές κτήσεις του, τις οποίες όμως ανέκτησε έπειτα από λίγο με την ειρήνη του Σεν-Ζερμέν-αν-Λε (1679).
6. Κ. ΙΒ’ (Στοκχόλμη 1682 – Φρέντρικσχαλντ 1718). Βασιλιάς της Σουηδίας (1697-1718). Ήταν γιος και διάδοχος του προηγούμενου. Στον δεύτερο πόλεμο του Βορρά ο Κ. ΙΒ’ δέχτηκε επίθεση από τη συμμαχία που είχαν σχηματήσει η Δανία, η Πολωνία και η Ρωσία (δεύτερος πόλεμος του Βορρά, 1700-21). Ωστόσο νίκησε με σφοδρή αντεπίθεση τα στρατεύματα της Δανίας, αναγκάζοντάς την να συνάψει την ειρήνη του Τράβενταλ (1700), συνέτριψε τους Ρώσους κοντά στη Νάρβα (1700), ενώ έτρεψε σε φυγή τον Αύγουστο Β’ της Πολωνίας και τον καταδίωξε στη Σαξονία, όπου τον νίκησε στη Λειψία, αναγκάζοντάς τον να συνάψει την ειρήνη της Άλτρανστετ (1706). Έπειτα στράφηκε ξανά εναντίον του τσάρου και προέλασε βαθιά στην Ουκρανία, αλλά ηττήθηκε στην Πολτάβα (1709), όπου δέχτηκε επίθεση από πολύ ισχυρές δυνάμεις. Κατέφυγε τότε στο Μπεντέρ, σε τουρκικό έδαφος (1709-13), και προσπάθησε να παρασύρει τον σουλτάνο στον πόλεμο. Όμως τα σχέδιά του δεν απέφεραν θετικό αποτέλεσμα και διέσχισε έφιππος σε δώδεκα ημέρες, με μόνο σύντροφο τον συνταγματάρχη Ντίριγκ, όλη την Ουγγαρία και τη Γερμανία, μέχρι που συνάντησε τα λείψανα του στρατού του (1714). Ξανάρχισε τον πόλεμο εναντίον μιας νέας συμμαχίας, την οποία συνήψαν η Δανία, η Σαξονία, η Πρωσία και η Αγγλία, αλλά έπεσε στη μάχη κάτω από τα τείχη του Φρέντρικσχαλντ (1718). Θρυλική μορφή ήρωα (μέρος της δόξας του οφείλεται στη βιογραφία του, την οποία έγραψε ο Βολτέρος), συγκαταλέγεται στους πιο ικανούς και διορατικούς ηγέτες και στρατηγούς της εποχής του.
7. Κ. ΙΓ’ (Στοκχόλμη 1748 – 1818). Βασιλιάς της Σουηδίας (1809-18). Ήταν δευτερότοκος γιος του Αλφόνσου Φρειδερίκου και αντιβασιλιάς κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας του Γουσταύου Δ’ (1792-96). Στέφθηκε βασιλιάς μετά την επανάσταση του 1809. Επειδή δεν είχε παιδιά, υιοθέτησε το 1810 τον στρατάρχη του Ναπολέοντα, Μπερναντότ. Το 1814 έγινε βασιλιάς και της Νορβηγίας, με απόφαση των δυνάμεων που είχαν συμμαχήσει εναντίον του Ναπολέοντα, οι οποίες θέλησαν έτσι να αποζημιώσουν τη Σουηδία για την απώλεια της Φιλανδίας, που δόθηκε στη Ρωσία.
8. Κ. ΙΔ’ Ιωάννης (Ζαν Μπατίστ Ζιλ Μπερναντότ, Πο 1763 – Στοκχόλμη 1844). Βασιλιάς της Σουηδίας και της Νορβηγίας (1818-44), πρώην στρατάρχης του Ναπολέοντα. Πρόκειται για τον ιδρυτή της δυναστείας που βασιλεύει στη Σουηδία έως τις ημέρες μας. Βλ. λ. Μπερναντότ, Ζαν Μπατίστ Ζιλ.
9. Κ. ΙΕ’ (Στοκχόλμη 1826 – Μάλμοε 1872). Βασιλιάς της Σουηδίας και της Νορβηγίας (1859-72). Ήταν γιος του Όσκαρ Α’ και εγγονός του Μπερναντότ. Κυρίως είναι γνωστός για τη μεταρρύθμιση του σουηδικού συντάγματος, σύμφωνα με την οποία έπαυε τη συνέλευση των τεσσάρων τάξεων και την αντικαθιστούσε με τις δύο βουλές, η μία από τις οποίες εκλεγόταν από τις τοπικές συνελεύσεις και η δεύτερη από τον λαό με τιμοκρατικό σύστημα.
10. Κ. ΙΣΤ’ Γουσταύος (Στοκχόλμη 1946 –). Βασιλιάς της Σουηδίας (1973-). Γιος του πρίγκιπα Γουσταύου Αδόλφου και της δούκισσας Σιβίλας του Σαξ-Κόμπουργκ Γκότα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του (1947) ο παππούς του, Γουσταύος ΣΤ’ Αδόλφος, ανέλαβε την εξουσία και ο ίδιος ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του δεύτερου, το 1973. Το 1976 παντρεύτηκε τη Σίλβια Ρενάτε Ζόμερλατ, από την οποία απέκτησε τη διάδοχο του θρόνου Βικτόρια-Ίγκριντ-Αλίκη-Ντεζιρέ (1977). Οι αρμοδιότητές του ως ανώτατου άρχοντα είναι συμβολικές-εθιμοτυπικές.
Ο Κάρολος ΙΒ’, βασιλιάς της Σουηδίας, η θρυλική μορφή του οποίου απαθανατίστηκε από τον Βολτέρο.
Ο Κάρολος ΙΔ’ της Σουηδίας.
IX
(Carlo). Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Σαρδηνίας.
1. Κ. Εμμανουήλ Γ’ (1701 – 1773). Βασιλιάς της Σαρδηνίας. Ήταν γιος του Βίκτορα Αμεδαίου Β’. Με την υποστήριξη του βασιλιά της Γαλλίας κατάφερε να κυριεύσει περιοχές της Λομβαρδίας και να επεκτείνει τα σύνορά του προς τη Ναβάρα και το Τορτόνε. Διοίκησε τη χώρα του με φιλελεύθερο τρόπο και προχώρησε σε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, με νέο κώδικα που εξέδωσε το 1770 (Corpus Carolinum).
2. Κ. Εμμανουήλ Δ’ (1751 – 1819). Βασιλιάς της Σαρδηνίας (1796-1802). Ήταν γιος του Βίκτορα Αμεδαίου Γ’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο την εποχή που οι Γάλλοι σημείωσαν τις πρώτες τους νίκες στην Ιταλία. Γρήγορα αναγκάστηκε να τους παραχωρήσει τις ηπειρωτικές περιοχές του κράτους του και να αποσυρθεί στη Σαρδηνία, όπου έπειτα από έξι χρόνια βασιλείας παραιτήθηκε υπέρ του αδελφού του, Βίκτορα Εμμανουήλ Α’. Πέθανε σε μοναστήρι της Ρώμης.
3. Κ. Φέλιξ (1765 – 1831). Βασιλιάς της Σαρδηνίας (1821-31). Ήταν ο πέμπτος γιος του βασιλιά Βίκτορα Αμεδαίου Γ’ και διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό του, Βίκτορα Εμμανουήλ, όταν ο τελευταίος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί εξαιτίας της επιτυχίας του φιλελεύθερου κινήματος των Ομόσπονδων του 1821. Ο Κ. κατόρθωσε τελικά με τη βοήθεια των Αυστριακών να συντρίψει τη δύναμη των στασιαστών και να εδραιώσει την απολυταρχική του εξουσία.
4. Κ. Αλβέρτος (1798 – Πορτογαλία 1849). Βασιλιάς της Σαρδηνίας (1831-49). Ήταν γιος του Καρόλου Εμμανουήλ της Σαβοΐας, δούκα του Καρινιάνο. Στη νεότητά του έζησε εξόριστος στο Παρίσι και στη Γενεύη, όπου δέχτηκε την επίδραση των φιλελεύθερων ιδεών και, όταν μετά την επιστροφή του στο Τορίνο (1814) ορίστηκε αντιβασιλιάς (1821), ενέκρινε το αίτημα των στασιαστών του κινήματος του 1821 για την κατάρτιση ενός νέου δημοκρατικού συντάγματος. Λίγους μήνες αργότερα τον απομάκρυνε από την εξουσία ο νέος βασιλιάς Κ. Φέλιξ (βλ. 3.) και αναγκάστηκε να υποσχεθεί τόσο σε αυτόν όσο και στον Μέτερνιχ ότι δεν θα επιχειρούσε στο μέλλον να μεταβάλει το απολυταρχικό καθεστώς. Πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ισπανίας και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Ματσίνι (1833-34). Στη διάρκεια της βασιλείας του προσπάθησε να απαλλαγεί από την εξάρτησή του με την Αυστρία και εφάρμοσε διάφορες μεθόδους για τη διοικητική αναδιοργάνωση της χώρας του και την ανάπτυξη της οικονομικής και κοινωνικής της ευημερίας. Στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής του πολιτικής αποφάσισε τη συγκρότηση του συμβουλίου του κράτους και την ίδρυση των νομαρχιακών συμβουλίων, εξέδωσε τον Αλβερτίνειο κώδικα, που καταρτίστηκε με πρότυπο τον αντίστοιχο Ναπολεόντειο, και σχεδίασε ένα πρόγραμμα σιδηροδρομικών συγκοινωνιών με σκοπό την εμπορική ανάπτυξη της Γένοβας. Με σκοπό την ισχυροποίηση της θέσης του απέναντι στην Αυστρία έσπευσε να βοηθήσει την επανάσταση των Λομβαρδών εναντίον των Αυστριακών, αλλά υποχρεώθηκε, μετά την ήττα του από τον Ραντέτκι στην Κουστότσα, να υπογράψει ανακωχή με τους αντιπάλους του στο Σαλάσκο. Τελικά το 1849, εξαιτίας της νέας του ήττας από τους Αυστριακούς στη Ναβάρα, παραιτήθηκε από τον θρόνο της Σαρδηνίας υπέρ του γιου του, Βίκτορα Εμμανουήλ Β’, και αποσύρθηκε στην Πορτογαλία.
Ο Κάρολος Αλβέρτος της Σαβοΐας, βασιλιάς της Σαρδηνίας.
X
(Charles). Όνομα πέντε δουκών της Λορένης.
1. Κ. Α’ (953 – 992). Δούκας της Λορένης (977-991). Ήταν γιος του βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκου Δ’. Αφού εξασφάλισε τον έλεγχο της Κάτω Λορένης, επιδίωξε να επεκτείνει την εξουσία του –χωρίς αποτέλεσμα– και στην Άνω Λορένη. Διεκδίκησε στη συνέχεια τον θρόνο της Γαλλίας από τον προστατευόμενο του αρχιεπισκόπου της Ρενς, Ούγο Καπέτο, και κατόρθωσε αρχικά να κυριεύσει την πόλη της Ρενς. Τελικά όμως έπεσε θύμα συνωμοσίας που είχε υποκινήσει εναντίον του ο επίσκοπος της Λαν. Αφού πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με την οικογένειά του, παραδόθηκε στον αντίπαλό του, Ούγο Καπέτο, ο οποίος τον έκλεισε στη φυλακή, όπου πέθανε.
2. Κ. Β’, ο Τολμηρός (Νανσί 1364 – 1431). Δούκας της Λορένης (1390-1431). Ήταν γιος του δούκα Ιωάννη Α’ και ανατράφηκε στην αυλή του αναδόχου του, Καρόλου Ε’, βασιλιά της Γαλλίας. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Γάνδης, στην εκστρατεία του δούκα των Βουρβόνων στην Τύνιδα και στην Ουγγαρία κατά των Τούρκων καθώς και στην εκστρατεία των Τευτόνων ιπποτών στη Λιθουανία. Ήρθε σε σύγκρουση με τον βασιλιά της Γαλλίας, αλλά με τη μεσολάβηση του δούκα της Βουργουνδίας συμφιλιώθηκε μαζί του και τιμήθηκε από αυτόν με τον τίτλο του κοντόσταβλου, τον οποίο του αφαίρεσε αργότερα ο Κάρολος Ζ’ της Γαλλίας.
3. Κ. Γ’, ο Μέγας (Νανσί 1543 – 1608). Δούκας της Λορένης (1545-1608). Ήταν γιος του δούκα Φραγκίσκου Α’ και ανατράφηκε στην αυλή του βασιλιά της Γαλλίας, Ερρίκου Β’. Προσάρτησε στο δουκάτο του τη Βίτσε και συνθηκολόγησε το 1594 με τον Ερρίκο Δ’.
4. Κ. Δ’ (1604 – 1675). Δούκας της Λορένης (1625-75). Ήταν γιος του Φραγκίσκου Α’ και αδελφός του Ερρίκου Β’. Διακρινόταν για τον τυχοδιωκτικό του χαρακτήρα. Συμμετείχε σε πολλές στάσεις που έγιναν στις βασιλικές Αυλές της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Αυστρίας. Αναγκάστηκε επανειλημμένα να εγκαταλείψει τη Λορένη (το 1631 και το 1670), την οποία τελικά παραχώρησε στον Λουδοβίκο ΙΒ’ με αντάλλαγμα μια ετήσια επιχορήγηση 200.000 σκούδων.
5. Κ. Ε’ Λεοπόλδος (Βιέννη 1643 – Βελς, Ρηνανία 1690). Δούκας της Λορένης (1675-90). Ήταν δευτερότοκος γιος του δούκα Φραγκίσκου Νικολάου και διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό του, Φερδινάνδο, το 1675. Μετά τη διάλυση του γάμου του με τη δούκισσα του Νεβέρ και την εκδίωξή του από τη Γαλλία, στράφηκε εναντίον του Λουδοβίκου ΙΔ’ και πολέμησε ως στρατηγός των Αυστριακών κατά των Γάλλων. Διεκδίκησε τον θρόνο της Πολωνίας και διηύθυνε με επιτυχία τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Συγκεκριμένα, ο ίδιος μαζί με τον βασιλιά της Πολωνίας Σοβιέσκι ανάγκασαν τα τουρκικά στρατεύματα να λύσουν την πολιορκία της Βιέννης, αποσοβώντας οριστικά την τουρκική απειλή.
XI
(Carlo). Όνομα επτά δουκών της Σαβοΐας.
1. Κ. Α’, ο Πολεμιστής (1468 – 1490). Δούκας της Σαβοΐας (1482-90). Ήταν γιος του Αμεδαίου Α’ και διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό του, Φιλιβέρτο Α’, το 1482. Διηύθυνε τον μακροχρόνιο πόλεμο εναντίον του μαρκήσιου Σαλίς και διεκδίκησε από τους Βενετούς τον τίτλο του βασιλιά της Ιερουσαλήμ (1487-90), της Κύπρου και της Αρμενίας.
2. Κ. Β’, Ιωάννης-Αμεδαίος (1488-1496). Δούκας της Σαβοΐας (1489-96). Ήταν γιος του προηγούμενου και βασίλευσε υπό την κηδεμονία της μητέρας του, Λευκής της Μομφερατικής.
3. Κ. Γ’, ο Αγαθός (1486 – 1553). Δούκας της Σαβοΐας (1504-53). Ήταν θείος του Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας και γυναικάδελφος του αυτοκράτορα Καρόλου Ε’. Διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό του, Φιλιβέρτο Β’, και ίδρυσε το παράσημο των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου. Την εποχή του κατακτήθηκαν η Σαβοΐα και το Πεδεμόντιο από τους Γάλλους.
4. Κ. Εμμανουήλ Α’, ο Μέγας (1562 – 1630). Δούκας της Σαβοΐας (1580-1630). Διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, Φιλιβέρτο Εμμανουήλ, και παντρεύτηκε την κόρη του Ισπανού βασιλιά Φιλίππου Β’, Αικατερίνη. Στη διάρκεια της βασιλείας του συμμάχησε άλλοτε με τους Γάλλους και άλλοτε με τους Ισπανούς, αλλά παρά τις πολιτικές του ικανότητες δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τα φιλόδοξα σχέδιά του. Αναγκάστηκε ύστερα από διετή πόλεμο να παραχωρήσει μεγάλες περιοχές του κράτους του στη Γαλλία και μολονότι στη συνέχεια συμμάχησε με τους Γάλλους, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την έγκρισή τους για την παραχώρηση σε αυτόν του τίτλου του βασιλιά της Λομβαρδίας. Επίσης απέτυχε να κληρονομήσει, παρά τη συνδρομή των Ισπανών, το δουκάτο της Μάντοβα και το Μομφεράτο και εξαναγκάστηκε, ύστερα από τη νέα ήττα του στο Σουζ από τους Γάλλους, να διαλύσει τη συμμαχία του με τους Ισπανούς.
5. Κ. Εμμανουήλ Β’ (1634 – 1675). Δούκας της Σαβοΐας (1638-75). Ήταν γιος του Βίκτορα Αμεδαίου Α’ και διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό του, Φραγκίσκο Υάκινθο. Έμεινε πιστός στη συμμαχία του με τους Γάλλους και με παρότρυνση των ιησουιτών εξαπέλυσε διωγμούς εναντίον των κατοίκων του Μπάντεν, που σταμάτησαν με την επέμβαση του Κρόμγουελ.
6. Κ. Εμμανουήλ Γ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Σαρδηνίας (1.).
7. Κ. Εμμανουήλ Δ’. Βλ. λ. Κάρολος. Όνομα τεσσάρων βασιλιάδων της Σαρδηνίας (2.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.